Τα Οινουργικά

ΤΑ ΟΙΝΟΥΡΓΙΚΑ

Copyright  Εφη Πουλάκη-Παντερμαλή

 

ΚΑΡΠΟΣ-ΤΡΥΓΟΣ- ΓΛΕΥΚΟΠΟΙΗΣΗ

Το χάρισμα της αμπέλου, ο διονυσιακός δηλαδή καρπός, μπορούσε να είναι μέγας ή μικρός, επιμήκης, πηχυαίος, τριποδιαίος, αλωπέκειος (σαν ουρά αλεπούς), μαστοειδής, περιστεροειδής, στεφανοειδής, στρογγυλοειδής, ευρώγης, μονορρώξ, πυκνόρρωξ, λεπτόρραξ, κα. Ήταν εγγίγαρτος, δηλαδή με κουκούτσι, αλλά και χωρίς (αγίγαρτος) μία ποικιλία για την οποία ο Θεόφραστος αναφέρει ότι επιτεύχθηκε με ειδική κατεργασία στα προς φύτευση κλήματα ή και στις ήδη καρποφορούσες αμπέλους1. Ρόγες ολόκληρες της Κομπολογούλας, της αμπέλου δηλαδή του Κομπολογιού, εντοπίστηκαν από την αρχαιοβοτανολόγο κ. Μαργαρίτη, και περιγράφονται από την ίδια στη διατριβή της.

Κορύφωση του αμπελουργικού έργου ήταν ο τρύγος. Γινόταν από άντρες, γυναίκες και παιδιά ανάλογα με το κλίμα της κάθε περιοχής από τα τέλη Αυγούστου ως τον Νοέμβριο, συνήθως στην Ελλάδα τον Αρκτούρο (περίπου μέσα Σεπτεμβρίου). Οπωσδήποτε όμως, η ακριβής ώρα του τρύγου ήταν εκείνη που ζητούσε η ιδιαιτερότητα του αμπελώνα και η παρατηρητικότητα του αμπελουργού.

Ο καρπός έπρεπε να είναι ώριμος και ο καιρός ξηρός. Από τις συνθήκες του τρύγου επρόκειτο να εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η ποιότητα του παραγόμενου διονυσιακού οίνου. Από τους τρύγους του Κομπολογιού σώθηκαν αρκετά εργαλεία, κυρίως τμήματα από ειδικά μαχαιράκια.
Mετά την πτώση των φύλλων, στον αμπελώνα γινόταν η διακάθαρσις (πάστρα) και η ριζοτόμησις, εργασίες που όπως λέει ο Θεόφραστος πόνον παρείχε στα φυτά
2
. Αφαιρούνταν ξερά και περιττά κλήματα και παραφυάδες και ακολουθούσε η προετοιμασία του φυτού για τον επερχόμενο χειμώνα.

Η διαδικασία της οινοποίησης ξεκινούσε αμέσως μετά τον τρύγο και είχε δύο στάδια: τη γλευκοποίηση με το πάτημα των σταφυλιών στους ληνούς, (που τα πρώιμα χρόνια φαίνεται να ήταν συνήθως υπαίθριοι στον αμπελώνα) και την κυρίως οινοποίηση στους πιθεώνες. Στο περιορισμένο πλαίσιο της χάραξης του τραίνου στο Κομπολόι δεν βρέθηκε ο ληνεώνας, ελπίζουμε όμως ότι κάποτε θα εντοπιστεί αν ποτέ ερευνηθούν τα γύρω αγροτεμάχια. Δεν αποκλείεται να βρίσκεται στην πλαγιά προς τον Όλυμπο (όπου περισυνελέγη ένας λίθινος ληνός) ή λίγο βορειότερα από το συγκρότημα (στη θέση Ντουβάρι), όπου εντοπίστηκε ένα μικρότερο κτίσμα, πιθανόν μαγειρείο.

Τα σταφύλια που προορίζονταν για κρασί μεταφέρονταν με τα κανθήλια ζώα αμέσως μετά τον τρύγο στον ληνεώνα, τον τόπο δηλαδή που βρίσκονταν οι ληνοί [πατητήρια], προκειμένου να γίνει η γλευκοποίηση.  Εκεί, θα απλώνονταν σε τραπέζια και σκάφες για να γίνει ο διαχωρισμός των καρπών καλής ποιότητας από τους όμφακες [αγουρίδες] και από τους χαλασμένους καρπούς. Από τους πρώτους μπορούσε να κατασκευαστεί ο ομφακίας [ομφακίτης, κρασί αυστηρό, ξηρό] και από τους δεύτερους ένα κρασί κατώτερης ποιότητας. Αν επρόκειτο να κατασκευαστεί γλυκό κρασί, ο καρπός απλώνονταν στο θειλόπεδον (λιάστρα) για ξήρανση.

Oι επιλεγμένοι διονυσιακοί καρποί στοιβάζονταν κοντά στο ληνό για να πατηθούν από τους ληνοβάτες. Πριν από την έκθλιψη απέρρεε ένα πυκνό γλεύκος που ονομαζόταν πρότροπον (πρόδρομον, πρόουρον, πρόχυμα, πρωτόχυτον). Ήταν το εκλεκτότερο τμήμα του γλεύκους, εκείνο που προέρχεται από τη ζώνη κάτω από τον φλοιό, πλούσιο σε σάκχαρα και αρωματικά - γευστικά συστατικά. Αναφέρεται μάλιστα ότι γέμιζαν αυθημερόν με αυτό το γλεύκος ένα πισσωμένο αγγείο και το πωμάτιζαν με γύψο, ή ότι το έβαζαν σε σκεύος απίσσωτο με αλεξανδρινό νίτρο (ανθρακικό νάτριο) και το τοποθετούσαν στην σκιά.

 Λίθινος ληνός από την πλαγιά προς τον Όλυμπο και τα Λείβηθρα.
 
 Κομπολόι, θραύσμα λεκάνης-τριπτήρα
 
 
    
 Κομπολόι, μερικά από τα κομμάτια του μεγάλου ηθμού,
που συγκολλήθηκαν και εθνογραφικό παράλληλο
από την Κρήτη (Φωτ. Ε. Κλινάκη).

Με αυτούς και με άλλους τρόπους κατασκεύαζαν κάποιο εκλεκτό γλυκό κρασί ή μελιτίτη (με μέλι)3. Επιλεγμένες ρόγες φαίνεται ότι πιέζονταν με τα χέρια στις λεκάνες4, για να προκύψει το κάρμα, ένα επίσης πολύ εκλεκτό γλεύκος. Ακολουθούσε η έκθλιψη με τα πόδια, στον (ξύλινο ή λίθινο) ληνό5 συνήθως μέσα σε σταφυλοδόχο καλάθι. Εκτός από την απαραίτητη καθαριότητα, οι ληνοβάτες έπρεπε να φορούν ειδικά διαζώματα για να συγκρατούν τους ιδρώτες, να μην ανεβοκατεβαίνουν στον ληνό ούτε βέβαια να τρων ή να πίνουν κατά τη διάρκεια της ληνοβασίας6. Το γλεύκος [τραπητόν], έρεε προς την εκροή του ληνού και συγκεντρωνόταν στο υπολήνιο (δοχείο υποδοχής του γλεύκους) χαμηλότερα. Ακολουθούσε η μεταφορά του στο οινοποιείο. Όσο παχύτερο και αυστηρότερο (ξηρό) το γλεύκος τόσο καλύτερης ποιότητας θα ήταν το κρασί7. Από το στάδιο της γλευκοποίησης φαίνεται ότι διασώθηκαν στο Κομπολόι αρκετά σκεύη.

 Κομπολόι, αναπαράσταση του μεγάλου ηθμού.
 

 Κομπολόι, αναπαραστάσεις από λεκάνεςς-τριπτήρες

Αμέσως μετά, ο ληνός έπρεπε να καθαρίσει με θαλασσινό νερό ή άλμη και να θυμιατιστεί. Τα υπολείμματα της έκθλιψης μεταφέρονταν στο πιεστήριο για απόθλιψη. Το απόθλιμμα [γλεύκος εκπιεστόν, εκπίεσμα, πίεσμα] είτε ανακατεύονταν με το τραπητόν για την κατασκευή κάποιου δυνατού κρασιού, είτε χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή κρασιού κατώτερης ποιότητας, τον δευτερία.

 

Τροπή

Μεγάλη ήταν η παράδοση και αρκετοί οι τόμοι με οδηγίες προκειμένου να θεραπευθεί η ιδιορρυθμία του οίνου να μετατρέπεται σε ξύδι, όπως πχ. του Ευφρόνιου, του Αριστόμαχου, του Κομμιάδη και του Ικέσιου18, ελάχιστα όμως διασώθηκαν, κυρίως χάρη στα "Γεωπονικά" του Κασσιανού Βάσσου και τους Λατίνους συγγραφείς.

 

Αν το κρασί ήταν από την αρχή αυστηρό, τότε, σύμφωνα με την παράδοση των Γεωπονικών, θεωρείτο ασφαλές, αν χαλαρό και χαύνο, επισφαλές. Ήταν κακό σημάδι αν τα πιθάρια ήταν ζεστά ή ίδρωναν τα καπάκια. Κρασί που γρήγορα ανέπτυσσε άνθος και οσμή δεν επρόκειτο να κρατήσει. Αν σχηματιζόταν άνθος λευκό, ήταν καλό σημάδι19, το ίδιο και αν ήταν πλατύ, κόκκινο και μαλακό. Αν όμως ήταν μαύρο, ξανθό και γλοιώδες, ή αν έμοιαζε με αράχνη, κακό. Αν το καπάκι ήταν ξερό ή αν η υγρασία του ήταν οινώδης, το κρασί φαινόταν εντάξει. Αν μούχλιαζε ή αν η υγρασία του ήταν υδατώδης, όχι20. Για να το διερευνήσουν χρησιμοποιούσαν διάφορους τρόπους.: αν π.χ. βούλιαζαν στο κρασί το μήλο και το αχλάδι, κρατούσε νερό, το ίδιο αν το ζέσταιναν σε χύτρα και μετατρεπόταν σε ξύδι στο ύπαιθρο, ή ακόμη, αν έκανε πομφόλυγες και αναπηδούσε όταν έριχναν ζεστό λάδι από τηγάνι 21. Εκτός από τον έλεγχο επιφανείας, μπορούσαν με ένα μακρύ καλάμι να φτάσουν τη τρύγα του πάτου και να κρίνουν την ποιότητα με αναρρόφηση.

Πολλά ελάσματα μόλυβδου που βρέθηκαν στο Κομπολόι υπενθυμίζουν τις πληροφορίες ότι αν υπήρχε υποψία πως το κρασί άρχιζε να χαλάει, κολλούσαν «πέταλα» μόλυβδου (ή κασσιτέρου ή χαλκού) στο καπάκι, τα σφράγιζαν και τα άνοιγαν ύστερα από σαράντα μέρες. Αν το κρασί είχε αρχίσει να χαλάει, ό μόλυβδος γινόταν λευκότερος με λέπια (ο κασσίτερος ιδρωμένος και μαύρος, ο χαλκός δυσώδης και με πομφόλυγες)22. Άλλοτε πάλι βύθιζαν στον πίθο ένα φύλλο μόλυβδου και αν το κρασί είχε αρχίσει να χαλάει, ο μόλυβδος άλλαζε χρώμα 23.

 

Αν διαπιστωνόταν η τροπή ενός οινηρού δοχείου, εκτός από τα ανάλογα αρτύματα για τη θεραπεία, το κρασί μεταφερόταν σε άλλο οινηρό δοχείο και, ενδεχομένως, σε άλλο οινοποιείο. Μερικοί το μετάγγιζαν σε άλλο πιθάρι αφήνοντας μέσα το κατακάθι. Σφράγιζαν πάλι το πρώτο με επιμέλεια, και από την συμπεριφορά του στην συνέχεια έκριναν και την πορεία του οίνου. Άλλοι μετάγγιζαν λίγο από το κρασί σε ένα στενόστομο αγγείο, το σφράγιζαν, το άφηναν τρεις μέρες στο νερό και μετά το εξέταζαν24. Αν είχαν βλαβεί λόγω θερμότητας τα μετέφεραν σε ψυχρότερα μέρη και το αντίστροφο25.

Η Αρτυσις

Στον πιθεώνα θα γινόταν και η προσθήκη των αρτυμάτων, των ουσιών δηλαδή που χρησιμοποιούσαν οι οινοποιοί προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η προσθήκη ονομαζόταν άρτυσις, και συνεπώς τα κρασιά ήταν ανάρτυτα ή ηρτυμένα (ακανόνιστα, άσαχτα, άφτειαστα ή κανονισμένα, φτειαγμένα, φτιαστά)26. Αρχαιότατο είδος άρτυσης ήταν μελίτωσις, η άρτυση δηλαδή με μέλι και περίφημο τέτοιο κρασί υπήρξε ένα από τα είδη της Θάσου. Μερικά από τα περιφημότερα  ελληνικά κρασιά ήταν ηρτυμένα με θαλασσινό νερό [οίνος αλίκρας, θαλασσομιγής, τεθαλαττωμένος, θαλασσίτης]27Η συνήθεια άρχισε να περιορίζεται τον 1ο αιώνα μΧ. Στα χρόνια του Γαληνού τον 2ο αι. μ.Χ. οι περίφημοι οίνοι της Χίου και της Λέσβου ήταν πλέον αθάλασσοι (αδιάχυτοι, απαράχυτοι)

«Ο Θεόφραστος λέει ότι το ηρτυμένο κρασί που δίνεται στο πρυτανείο της Θάσου έχει θαυμάσια γεύση «γιατί βάζουν μέσα στο αγγείο ζύμη με μέλι, έτσι ώστε το κρασί να παίρνει την ευωδιά από το μέλι και την γλυκύτητα από το ζυμάρι.

 

Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές 1. 32
Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές 1 58 1


«Τα κρασιά που έχουν τεθαλαττωθεί με επιμέλεια δεν μεθούν, διευκολύνουν την κοιλιά και το στομάχι και βοηθούν στη χώνεψη. Τέτοια κρασιά είναι ο Μύνδιος και ο οίνος της Αλικαρνασσού. Και ο Κώος είναι αρκετά τεθαλαττωμένος, ο δε Ρόδιος έχει μικρότερη ποσότητα θαλασσινού νερού αλλά όχι μεγάλη αξία.»

Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές,
Απόσπασμα από το 1. 57-59


«Στην Κω ανακατεύουν λευκό μούστο με αρκετά μεγάλη ποσότητα θαλασσινού νερού. Το αποτέλεσμα ονομάζεται Λευκοκώος. Σε άλλες περιοχές κατασκευάζουν τον τεθαλαττωμένο ή θαλασσίτη ρίχνοντας τα αγγεία που περιέχουν τον μούστο μέσα στην θάλασσα. Αυτό το είδος κρασιού ωριμάζει γρήγορα. Στην Ιταλία, ο Κάτων υπέδειξε μία ειδική μέθοδο για την κατασκευή Κώου από ιταλικό κρασί. Η σημαντικότερη από τις οδηγίες είναι ότι ο μούστος πρέπει να μείνει στον ήλιο τέσσερα χρόνια για να ωριμάσει.»
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 10


«Για τη κατασκευή του ανθοσμία ο Φαινίας Εφέσιος λέει τα εξής. «50 μέρη μούστου, ένα θαλάσσης και γίνεται ανθοσμίας». Και πάλι «Ο ανθοσμίας γίνεται ισχυρότερος από νέα αμπέλια παρά από παλιά». Και στη συνέχεια «Αφού πατήσουν μαζί και τις αγουρίδες τα βάζουν στα δοχεία, και γίνεται ο ανθοσμίας.»

Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές 1. 32

Γνωρίζουμε ότι υπήρχαν αρτύματα για να γίνει το κρασί ηδύοινο28, για να αυξηθεί η οξύτητα29, η στυφότητα30, για την ελάττωση της οξύτητας31, της δριμύτητας32, για τον αρωματισμό33, την παλαίωση34, τον διαυγασμό35, τον χρωματισμό36, τον αποχρωματισμό37, τη διατήρηση του αζυμώτου38, τη συντήρηση της ζύμωσης39, την αφαίρεση της μούχλας40, τη διόρθωση της πονηρίας41, τη θεραπεία του ξινισμένου οίνου42, τη νοθεία43, κλπ.

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα αρτύματα που τυχόν θα χρησιμοποιούσε ο παραγωγός της ανασκαφής μας ούτε και αν παράγονταν ειδικοί οίνοι στο Κομπολόι, ελπίζουμε ωστόσο να αναγνωρισθούν κάποια κατάλοιπα αρτυμάτων κ.α. ανάμεσα στα παλαιοβοτανολογικά ευρήματα που περισυνέλλεξε και μελετά η κ. Μαργαρίτη.

Κομπολόι, Μολύβδινος σωλήνας.
Ρητίνη από το Κομπολόι.
Κομπολόι, αναπαράσταση μικρού ηθμού

Τρισδιάστατη (Β εναλλακτική ) αναπαράσταση του οικοδομικού συγκροτήματος στο Κομπολόι από Ν.

Πιθοιγία

Οριστικό άνοιγμα των πίθων γινόταν την Πιθοιγία, πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων. Αμέσως μετά, τα πιθάρια του οινοποιείου έπρεπε να καθαρίσουν με άλμη, ή τέφρα κληματίνη, ή Κιμωλία, ή αργιλώδη γη44.

«Πιθοιγία ωνομάζετο το άνοιγμα του πίθου προς απόγευσιν και χρήσιν του νέου οίνου. Τούτο εγένετο κατ' έθος τη 11η του μηνός Ανθεστηριώνος (26 Φεβρουαρίου) πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων. Κατά την ημέραν ταύτην οι οινέμποροι μετέβαινον εις τα οινοποιεία και μετά δοκιμασία του νέου οίνου υπό οινογεύστου της απολύτου αυτών εμπιστοσύνης ηγόραζον μεγάλας ποσότητας εκ τούτου δι' άμεσον ή και επί προθεσμία παράδοσιν. Επίσης από της ημέρας ταύτης ήρχιζεν η λιανική πώλησις του νέου οίνου διό και ωνομάζετο οίνος του πίθου.ήτοι οίνος έντρυγος ή τρυγίας. Ουχί σπανίως όμως ο οίνος ούτος ήτο θολός και προς διαυγασμόν διηθείτο διά σάκκου περιέχοντος ολίγην γύψον ή λευκήν άμμον ή αλφιτον ή άργιλλον και το λαμβανόμενον διήθημα ωνομάζετο σακκίας οίνος»
Δ. Κισσόπουλος45

Η τέχνη της κρίσης για την ποιότητα του οίνου ή του γλεύκους λεγόταν οινογευστική, ο κατέχων την τέχνη οινογεύστης και οινόπτης και η πράξις οινογευστία. Τα βασικά είδη των οίνων ήταν ο μέλας, ο ερυθρός, ο λευκός και ο κιρρός46, χαρακτηρίζονταν όμως και από τη γεύση (αυστηρός, λειαύστηρος, μελιηδής, γλυκαίος, υπόγλυκυς, κλπ )47, την οσμή (άοσμος, εύοσμος, εύπνους, ηδύπνους, καλλίπνους, αρωματικός, κλπ.)48, τη περιεκτικότηα σε οινόπνευμα (αδύναμος, δυνατός, εύτονος, πολυφόρος, μαινόμενος, μόνιμος, κλπ.)49, τη ποιότητα (γενναίος, εριστάφυλος, ευγενής, κλπ.)50, την ηλικία (αυτίτης, περυσινός, κλπ.)51, τη ποικιλία του αμπελιού52 και τη μείξη από σταφύλια διαφορετικών ποικιλιών53, τη τεχνική επεξεργασία (έντρυγος, τρυγίας, άτρυγος κλπ.)54, τη διαύγεια και καθαρότητα (ευαυγής, ευδίοπτος, καθαρός κλπ.)55, τη σύσταση (απύκνωτος, αραιός, υπέρπυκνος, λεπτόρρυτος)56 κα. Εκτός από τους Μυροσταφυλίτες που προαναφέραμε, υπήρχαν πολλοί ακόμη ειδικοί αρωματικοί οίνοι, συνήθως γλυκείς, πνευματώδεις, με ελαφρά, μόνιμη ευωδιά. Ήταν ηρτυμένοι με αρώματα που έμπαιναν στο ζυμούμενο γλεύκος για πολύ χρόνο μετά τη λήξη της εντατικής ζύμωσης, ή άλλοτε στον ζυμούμενο οίνο, και έβγαιναν στο εμπόριο κατασταμνισμένοι.

Μεγάλη κατηγορία ειδικών οίνων ήταν και οι ιατρικοί. Κατασκευάζονταν όπως και οι εκλεκτοί αρωματικοί με ειδικές αρωματικές και φαρμακευτικές ύλες στον ζυμούμενο οίνο. Τέτοιοι ήταν οι υγιεινοί αρωματικοί (προπώματα ή επιδόρπια ποτά) που κατασκευάζονταν με μέλι ή χωρίς και θεωρούνται πρόδρομοι των σημερινών ηδυπότων, και οι ιαματικοί ή ιατρικοί (φαρμακώδεις, φαρμακίται). Εκτός από τους ειδικούς ιατρικούς οίνους, το κρασί ήταν το συνοδό φάρμακο διαφόρων φαρμακευτικών βοτάνων για πολλές αρρώστιες και ατυχήματα. Οι θαυμαστές ιατρικές-φαρμακευτικές του ιδιότητες του προσέδιδαν μερικές φορές ιδιότητες σχεδόν θαυματουργές.

«Λέγεται ότι ένα κρασί στην Αρκαδία προκαλεί τρέλλα στους άντρες και γονιμότητα στις γυναίκες, ενώ στην Αχαϊα [ειδικότερα στην Καρύνεια] ένα κρασί προκαλεί στειρότητα, ακόμη και στις γυναίκες που εγκυμονούν. Παραδόξως αυτά τα σταφύλια δεν διαφέρουν στην γεύση από τα συνηθισμένα. Λέγεται επίσης ότι και το κρασί της Τροιζήνος προκαλεί στειρότητα.
Στη Θάσο κατασκευάζουν δύο είδη κρασιών: το ένα προκαλεί ύπνο, το δεύτερο αϋπνία. Υπάρχει επίσης εκεί μία άμπελος που ονομάζεται Θηριακή, της οποίας σταφύλια και κρασί θεραπεύουν τα δήγματα των φιδιών. Υπάρχει επίσης και μία άμπελος με το όνομα Λιβανώδης, με άρωμα λιβανιού, το κρασί της οποίας χρησιμοποιείται για τις σπονδές στους θεούς. Αντιθέτως , με το κρασί της Ασπένδου ποτέ δεν γίνονται σπονδές, λέγεται μάλιστα ότι δεν την πλησιάζουν ούτε τα πουλιά.
Στην Αύγυπτο δίνουν το όνομα του Θασίου σε ένα τοπικό κρασί εξαιρετικά γλυκό που προκαλεί διάρροια, ενώ τα αντίθετα αποτελέσματα φέρνει ένα κρασί από την Λυκία. Στην Αίγυπτο επίσης παράγεται ένα κρασί με το ελληνικό όνομα Εκβολάς που προκαλεί έκτρωση στις γυναίκες.»
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 22

«Στους Έλληνες το κρασί που ονομάζεται βίων [bion] έχει κερδίσει ένα πολύ ξεχωριστό όνομα για την θεραπεία πολλών ασθενειών Η διαδικασία κατασκευής έχει ως εξής. Ο τρύγος γίνεται λίγο πριν ωριμάσουν τα σταφύλια. Τα ξεραίνουν σε πολύ δυνατό ήλιο για τρεις μέρες και τα γυρίζουν τρεις φορές την ημέρα. Την τέταρτη τα περνούν από το πιεστήριο και τα αφήνουν στον ήλιο να ωριμάσουν μέσα στα πιθάρια.»
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 10

«Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφέραμε την μέθοδο κατασκευής του Ομφάκιου, που χρησιμοποιείται για αλοιφές. Ο Οινάνθινος κατασκευάζεται από λουλούδια αγριάμπελου μουσκεύοντας δύο λίβρες λουλουδιών σε ένα δοχείο με μούστο. Ύστερα από 30 ημέρες η αλλαγή θα έχει γίνει.
Τα φλούδια του αγριοστάφυλου, λίγο μετά την απάνθιση, δροσίζουν εξαιρετικά τον πυρετό στις αρρώστιες, γιατί λέγεται ότι έχουν εξαιρετικά ψυχρή φύση. Ένα μέρος από αυτά τα σταφύλια ξεραίνονται από την ζέστη πριν από τα υπόλοιπα και ονομάζονται σταφύλια του μεσοκαλόκαιρου. Ποτέ δεν ωριμάζουν όλα, και αν πουλιά φάνε τις αγουρίδες πριν ξεραθούν, παύουν να κλέβουν σταφύλια.»
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 18

«Δεν είναι λοιπόν περίεργο που εδώ και πολλούς αιώνες αμέτρητα είδη τεχνητών κρασιών έχουν εφευρεθεί, που θα τα αναφέρουμε σε λίγο, τα περισσότερα για ιατρική χρήση.»
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 18

 

Ο κατασταμνισμενος οίνος (Περί οινηρών αμφορέων)


Το κρασί που επρόκειτο να βγει στο εμπόριο ως κατασταμνισμένος οίνος είχε επιπλέον επεξεργασία. Σύμφωνα με την παράδοση των Γεωπονικών, ο μεταγγισμός έπρεπε να γίνεται όταν φυσούσαν βοριάδες, ποτέ νοτιάδες. Ο ασθενέστερος έπρεπε να μεταγγίζεται την άνοιξη, ο δυνατότερος το καλοκαίρι, στους ξερούς και ζεστούς τόπους μετά τις χειμερινές τροπές. Η μετάγγιση έπρεπε να γίνει πριν ανατείλει η νέα σελήνη, και ποτέ με την ανατολή των αστέρων. Τέλος, αν η μετάγγιση γινόταν με πανσέληνο, πίστευαν ότι το κρασί επρόκειτο να χαλάσει.

Ο κατασταμνισμένος οίνος, οι οινηροί δηλαδή αμφορείς, μεταφερόταν στο κελάρι όπου φυλασσόταν για παλαίωση. Γνώριζαν ότι γινόταν λεπτότερος και ασθενέστερος όταν αποχωριζόταν το κατακάθι φρόντιζαν λοιπόν τις συνθήκες αποθήκευσης ακόμη περισσότερο, διατηρώντας σταθερές τις θερμοκρασίες χειμώνα-καλοκαίρι. Μερικές φορές, η παλαίωση επιταχυνόταν με τεχνητό τρόπο, την κάπνιση56. Παραστατική περιγραφή αγροικίας με όροφο τεχνητής ωρίμανσης με τη βοήθεια της θέρμανσης [κάπνισης] δίνεται από τον Γαληνό57.

Ο οινηρός εμπορικός αμφορέας (κεράμιον, αμφορεύς-αμφιφορεύς, στάμνος) ήταν ένα δίωτο, ευμέγεθες, επίμηκες, μακροτράχηλο, στενόλαιμο, στενόστομο πήλινο αγγείο με οξυπύθμενη βάση, που κατασκευάστηκε για να εξυπηρετεί την αποθήκευση και τη μεταφορά του κρασιού. Θα αποθηκευόταν σε αλλεπάλληλα στρώματα ανάμεσα στα κενά o ένας πάνω από τον άλλο, ή μέσα σε πήλινα, ξύλινα και μεταλλικά υποστατά αλλά και σε ειδικά διαμορφωμένες υποδοχές σε θρανία. O οξύς του πυθμένας μπορούσε να συγκεντρώνει, και κατά το δυνατό να απομονώνει, το τυχόν κατακάθι από την κύρια ποσότητα του άκρατου οίνου. Ο στενός λαιμός, τέλος, και το χείλος εύκολα σφραγιζόταν με ειδικό πώμα για να απομονώνει το περιεχόμενο από τις διαβρωτικές ιδιότητες του περιβάλλοντος. Τα πώματα σφραγίζονταν συνήθως με ρητίνη και ήταν πήλινα ή από οργανικά υλικά. Τα πρώιμα χρόνια ο αμφορέας ήταν ευροικίλιος, με την πάροδο του χρόνου έγινε στενότερος.

Όπως σήμερα έτσι και στην αρχαιότητα, το σχήμα θα βοηθούσε τον πελάτη να ταυτίσει την προέλευση58, αν και μερικές φορές τα χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης προέλευσης αναγνωρίζονται και σε παραδείγματα άλλης. Το σχήμα προέλευσης εξάλλου, άλλαζε μερικές φορές χαρακτηριστικά [πχ. το μενδαίο και το χίο κεράμιο]. Σπανιότερα η προέλευση χαρακτηρίζόταν από περισσότερα του ενός παράλληλα σχήματα [Κόρινθος]. Πολλοί οινηροί αμφορείς εξάλλου έφεραν σφράγισμα για την προέλευση του προϊόντος, συνήθεια διαδεδομένη ιδιαίτερα στα ελληνιστικά χρόνια από τα τέλη του 4ου, ίσως όμως να άρχισε στα τέλη του 5ου αιώνα με μεμονωμένα παραδείγματα59.

Οινηρό δοχείο διαφαίνεται από το γεγονός ότι ένας απο τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της αρχαιότητας, ο γλύπτης του Αλεξάνδρου Λύσιππος, κατασκεύασε το αγγείο που χρησιμοποιήθηκε από τον Κάσσανδρο για τις μεγαλύτερες εξαγωγές του Μένδαίου60
.

Αρκετά είναι γνωστά από τις γραπτές πηγές και για την αποθήκευση-μεταφορά και άλλων προϊόντων61 με το ίδιο αγγείο [κυρίως σε δεύτερη χρήση], για τη χρήση τους ως μεταφορέων νερού όπως της σύγχρονης «στάμνας»62, ως εργαλείου πολέμου63, ως ταφικού αγγείου, ως μέτρου άλλων σκευών64, ακόμη και ως μέτρου ώρας στα δικαστήρια (από το υδραυλικό ρολόι των Αθηνών)65, ως ένδειξης πλούτου66, κ.α.

Αρκετά εργαστήρια κατασκευής οινηρών αμφορέων έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα67, πρόσφατα και στο αρχαίο Ηράκλειο (λόφος Πλαταμώνα), περίπου 3 χιλιόμετρα νότια από το Κομπολόι. Η θέση των εργαστηρίων είναι λογικό να βρισκόταν για διευκόλυνση της παραγωγής κοντά σε πηγές πρώτης ύλης και νερού, κοντά στην θάλασσα για τη διευκόλυνση των μεταφορών, ίσως κοντά σε μεγάλα αγροκτήματα ή ομάδες αγροκτημάτων και κοντά σε πηγές καυσίμων για τους κλιβάνους.

Στο Κομπολόι βρέθηκαν αρκετοί οινηροί αμφορείς, λίγοι με σφράγισμα, ενδεικτικό όμως ότι είναι πιθανόν να υπήρχε κελάρι παλαίωσης και εμπόριο κατασταμνισμένου οίνου της περιοχής, δυστυχώς όμως κανένα από αυτά τα αγγεία δεν στάθηκε δυνατόν να συμπληρωθεί και να ταυτιστεί.

Τρισδιάστατη (Β εναλλακτική ) αναπαράσταση του πιθεώνα στο Κομπολόι από Δ.

 

 

Σημειώσεις


[1]
Θεόφραστος, Περί φυτών Αιτίων 5 5 5 5 , 5 6 , Θεόφραστος, Περί φυτών Αιτίων 5 1 Οι ρόγες μπορούσαν να είναι σκληρόσαρκες [στερεές, στιφρές], υπόσκληρες, χαλαρές [ψαφαρές], άσαρκες [ολιγόσαρκες] ή σαρκώδεις, διάχυλοι [ζουμερές] ή άχυμοι. Ηταν αλιπείς [υδατοειδείς] ή λιπαρές [παχειές] στη γεύση, αδρομερείς [δριμείες, σκληρές, τραχείες, ψαφαρές, πολύ ξυνόστιφες] αυστηρές [ξυνές, στυφές], υπόξινες, άστυφες, υπόγλυκες, γλυκές, νεκταρώδεις [γλυκειές και αρωματικές]. Μπορούσαν να είναι άνοσμοι ή οσμηρές, τμητικές [με δριμεία οσμή], εύοσμες, εύπνοες, ηδύπνοες, καλλίπνοες, θυώδεις, μυρόπνοες, πίσσοσμες. Η ρόγα τέλος μπορούσε να είναι δυσαπόσπαστος ή ευαπόσπαστος [που δύσκολα ή εύκολα αποσπάται] λεπτόφλοιος ή παχύφλοιος και ο φλοιός δυσπεριαίρετος ή ευπεριαίρετος [δύσκολα ή εύκολα αφαιρούμενος].
Μπορούσαν να είναι μεγάλες ή μικρές, σφαιρικές, βαλανοειδείς, δακτυλοειδείς, ελαειδείς, κυδωνιοειδής, ωοειδείς κλπ., αδιαφεγγείς [αδιαφανείς] και διαφεγγείς, με λαμπερό χρώμα [ευανθείς, εύχροες, καλλίχροες, χροιανθείς] ή όχι [παράχροες].
Ηταν λευκές, χλωρές [ωχρόχλωρες, μελάγχλωρες κ.α], κίτρινες [κηροειδείς, μήλινες], πυρρές, ερυθρές [φλόγινες, σαρκόχροες, ξηραμπέλινες κ.α], τεφρές [καπνώδες κα.] μέλαινες [μέλαν αδιάφθαρτον, μελανίζον, κοράκινον, κελαινόν, υπέρυθρον, υποκύανον κ.α], κυανές [γλαύκινες κ.α]. βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά, Ο καρπός της αμπέλου, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1949, Τόμος 14, αρ. 7-9. Βλ. Και Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά] 4.7 Δημόκριτου.

[2]
Θεόφραστος, Περί Φυτών Αιτίων 3 7 7

[3]
Κ. ΒάσσουΣχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Στ 16, Φλωρεντίνου.

[4]
Βλ. Ησύχιο, λ. Τα νεώτερα χρόνια ονομάζεται κάρμα και άναμα και προορίζεται για την εκκλησία και τη θεία κοινωνία.

[5]
Και λανός, ληνίς, σταφυλοβολείον [πατητήρι].

[6]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Στ 11, Απουλήιου.

[7]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15, Σωτίωνος.

[18]
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 25

[19]
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 25

 

[20]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15 οπ..

 

[21]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 8, Δημοκρίτου.  

 

[22]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15 οπ.

 

[23]
Πλίνιος, Φυσική Ιστορία 14, 25 .

 

[24]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 15, Σωτίονος

 

[25]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 12, Φρόντωνος.

 

[26]
Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά, Η οινολογία των αρχαίων, Οίνοι ανάρτυτοι-Οίνοι ηρτυμένοι, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1947, τόμος 12 αρ. 7-12:  «Περί αρτύσεως και αρτυμάτων του οίνου έγραψαν εμπεριστατωμένως πολλοί έλληνες οινολόγοι εξ ων οι πλέον γνωστοί ήσαν ο Ανατόλιος, ο Αριστόμαχος, ο Σολεύς, ο Δαμηγέρων, ο Δημόκριτος, ο Δίδυμος, ο  Ευφρόνιος, ο Αθηναίος, ο ιατρός Ικέσιος, ο Ερασιστράτειος, ο Κομμιάδης, ο Πάμφιλος, ο Ταραντίνος και  ο Φρόντων.  Τα έργα όλων των συγγραφέων τούτων απωλέσθησανΠολλαί όμως οδηγίαι και και δοξασίαι των αρχαιοτέρων εξ αυτών αναφέρονται υπό του Πλινίου και υπό των Λατίνων Κάτωνος, Βάρωνος, Κολουμέλλα και Παλλαδίου.  Αποσπάσματα δε εκ των έργων των αρχαιοτέρων και μεταγενεστέρων εξ αυτών, ειλημμένα κατ'  εκλογήν και αντιγεγραμμενα αυτολεξεί, περιελήφθησαν εις την σωζομένην διασκευήν της συλλογής των γεωπονικών του Κασσιανού Βάσσου, την γνωστήν εις ημάς υπό τον τίτλον «Γεωπονικά».

 

[27]
για την ευωδιά, την εύχροια και  τη συντήρηση του ζυμούμενου γλεύκουςύδωρ πελάγιον, παλαιόν, προκατειργασμένον ειδικώς και εξηψημένον, τρυξ ευώδης εκλεκτού οίνου.

 

[28]
Βλ. πχ. Θεόφραστος, Περί Οσμών 4 10 1

 

[29]
τρύξ εκλεκτού οίνου, ξηρά, καθαρά και ευώδης, γύψος καθαρά, πεφρυμένη και λειοτριβής Βλ. Αναλυτιικά για τα αρτύματα στον Δημ. Κισσόπουλο, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά, Η οινολογία των αρχαίων, Οίνοι ανάρτυτοι-Οίνοι ηρτυμένοι, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1947, τόμος 12 αρ. 7-12, από όπου και τα παρακάτω στο κείμενο. 

 

[30]
γίγαρτα τεθραυσμένα, κηκίδες δρυός), πεύκης κώνοι τεθραυμένοι, πεύκης φλοιός

 

[31]
άσβεστος εσβεσμένη, λίθος πώρινος κεκαυμένος, μάρμαρον λειοτριβές, όστρακα κογχυλίων κεκαυμένα και λειτριβή, σποδιά   κλημάτων αμπέλου, σάνδυξ, τρύξ οίνου κεκαυμένη και λειτριβής, τέφρα σπέρματος ή ξύλου δρυός

 

[32]
άργιλλος πεφρυγμένη, γλυκυριζα ξηρά, άλευρο φακής, άλευρο κριθής, πέπερι μετά πιστακίων

 

[33]
κηρός θημιώμενος εν τω πίθω, θυμίαμα, μήλον, αβρότονον, αμύγδαλα πικρά, άργιλλος, ασάρου φύλα, ασπαλάθου ρίζαι, ασπαράγκου άνθος, κέδρου πρίσμα, τήλεως άλευρον  Δημ. Κισσοπούλου οπ: Με τις ουσίες αυτές ο διονυσιακός οίνος έπαιρνε μια ελαφριά μυρωδιά, δεν ήταν όμως οίνος αρωματικός ειδικός

 

[34]
τρυξ παλαιού οίνου

 

[35]
αμόργη ηψημένη επί τρίτω, άργιλλος άφρυκτος ή πεφρυγμένη και λειοτριβής, ελλέβορος λευκός ή μέλας, πιτυίδες άφρυκτοι, ωών τα λευκά μεθ' αλός λευκού και κεκαθαρμένου

 

[36]
κρόκος για τον λευκό, μύρτιλλα για τον ερυθρό

 

[37]
άλας ρυπαρόν, άλευρον κυάμου, πίσον της Αφρικής, ορός γάλακτος, τέφρα κλημάτων λευκής αμπέλου, ωόν το λευκόν

 

[38]
άργιλλος πεφρυγμένη, νίτρον αλεξανδρινόν

 

[39]
άλες φρυκτοί, αμόργη ηψημένη και μεμιγμένη μετά μέλιτος, αμπέλου ρίζαι, αμύγδαλα γλυκέα, ελλέβορος λευκς ή μέλας, ερέβινθοι μέλανες φρυγέντες επ΄ολίγον και αλεσθέντες, κέδρου καρπός, λίνου σπέρμα μιχθέν εψητώ ή γλεύκει, μαράθρου σπέρμα μετά σποδιάς από κλημάτων αμπέλου, ορόβου λευκού άλευρον, πίσσα βρυτία, πίσσα ξηρά, πυρήνες ελαιών κατακεκαυμένοι και εσβεσμένοι δι εψητού οίνου παλαιού και ευώδους, ρητίνη πιτυίνη μάλιστα δε η Τερεβινθίνη και ρητίνη ξηρά, στυπτηρία σχιστή, τήλις ηλίω φρυγείασα, τρυξ εκλεκτού οίνου ευώδης

 

[40]
ροιάς φύλλα μετά γάρου, πίσσα

 

[41]
ιτέας ξύλον, κρίθινος άρτος θερμός εν σπιρίδι, ορός νεαρού τυρού, όστρακα εκπεπυρωμένα, σελίνου σπέρμα και φύλλα

 

[42]
γάλα αίγειον, κράμβης ρίζα, στυπτηρία σχιστή

 

[43]
αλθαίας ρίζαι ξηραί, αλθαίας φύλλα ξηρά μετά ή ανευ γύψου ή ερεβίνθων ή καρπών κυπαρίσσου ή φύλλων πύξου ή σπερμάτων ελειοσελίνου ή τέφρας κληματίνης.  Για την ενδυνάμωση του ζυμωμένου οίνου, βλ. Δημ. Κισσοπούλου οπ

 

[44]
Κ. Βάσσου Σχολαστικού Περί Γεωργίας [Γεωπονικά ] Ζ 5, Ζωροάστρου.  6, Ζωροάστρου.

 

[45]
Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά,  Οινοποιία, Ιανουάριος-Μάρτιος 1950, τόμος 15 α, αρ. 1-3

 

[46]
Ησύχιος.
*ki¸·Òn·purrÒnruqrÒn. xanqÒn  Σούδα. KirrÒn: purrÒn. kaˆ Ð kirrÕj onoj pšttei·´on, xhrantikÕj ên.

 

[47]
έγγλυκος, επίγλυκυς, γλυκειος, γλυκερός, γλυκόεις, γλυκύς, δευκύς, ηδύποτος, ηδύς, νέκταρ, νεκταρώδης, μελιτώδης, γλεύξις, γλήξις,   αγλευκής, αγλυκής, αδευκής, έποξυς, επωκής, υπόξινος, ύποξυς, οξίνης, όξινος, οξύς,   άστυφος, πλαδαρός υπόστρυφνος, υπόστυφος, άδριμυς, ανειμένος, απαλός, απαλόστομος, άτονος, ημερίδης, λείος, μαλακός, χαύνος, ενάπαλος, έντραχυς, υπόδριμυς, υπότραχυς, άγριος, δριμύς, σκληρός, τραχύς, ψαφαρόςεμπρίων, καθαλμής, υφαλικός, υφαλμος, υφάλμηρος, ύφαλος, αλμυρός, αλυκός, έναλμος, έφαλμος, κάθαλος, αλιπής, απίων, άσαρκος, λεπτομερής, υπόπαχυς, αδρομερής, λιπαρός, παχύς, πιαρός, πίος, πίων, σαρκώδης, έμποτος, εύστομος, ποτέος, πότιμος, ποτόςεύποτος, εύστομος, εύχυλος, εύχυμος, νόστιμος, λαρός, άποτος, αηδής, άστομος, δύσποτος, δύσχυμος, αναφής, ανόστιμος, άνοστος, άχυλος, άχυμος, μωρός, απίκραντος, άπικρος, πικρός, πικρόποτος, αρίπυκρος, διάπικρος, έκπικρος, κατάπικρος, υπέρπικρος, εμπευκής, εχεπευκής, περιπευκής, πευκεδανός, πευκεδνής, έμπικρος, επίπυκρος, εχέπικρος, παράπικρος, πικρίδιος, υπόπικρος,   Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά,  Ιανουάριος-Μάρτιος 1948, τόμος 13, αρ. 1-3

 

[48]
μυρόπνους, νεκτάρεος κα. δριμύς, οξύς, σκληρός, τμητικός, πίσοσμος, καπνηλός, ανόσφραντος, βρωμώδης, δυσαής, δύσοσμος, δυσώδης, επώδης, κάκοσμος, υπόβρωμος, υποδυσώδης, αμβροσίοδμος, λαρός, λιπαρόςανθόπνους θυώδης, κηώδης, μελίπνους, ροδόπνους, κ.α.  βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, ο.π.

 

[49]
ακραίπαλος, άτονος, αυτόκρατος, μαλθακός, εξίτηλος, μεμαρασμένος, παρηκμασμένος, παραμένειος, ακέραιος, ακήρατος, άκρατος, ασυγκέραστος, εγκέραστος, συγεραστός  Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[50]
εκλεκτός, εξαίρετος, επίλεκτοςεπίσημος, κάλλιστος, πρωτείος, δευτεραίος, ύστερος, κοινόςφαύλος  Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ. νέος [μέχρι 3 ετών] αυτοετίτης, επέτειος [πρώτου έτους] προέτειος μέσος [μέχρι 8 ετών] παλαιός [από 8 ετών και άνω] παλαιοσταγής [πηκτός από παλαιότητα] παλαιοφανής [τεχνικά παλαιωμένος] Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[51]
απότοόνοματηςποικιλίας

 

[52]
αμιγής, άμικτος, ανάμεικτος, μεικτός Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[53]
διηθημένος, διυλισμένος, ηθημένος, σακίας, υλιστός, καπνίας Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[54]
άθολος, αθόλωτος, διαυγής, διαφανής, διαφεγγής, διειδής, ευαγής, καθαρώδηςένθολος, επίθολος, θοηρός, θολερός, θολός, θολώδης, ολώδης, υαλώδης, υαλοειδής  υαλώεις, υαλοειδής [διαφανής σαν γιαλίκρυσταλλίζων, κρυσταλλοφανής, ανυπόστατος, ακατάστατος, άκοιτος, άτρυγος, επινέφελος, υπονεφελίζων, έντρυγος, τρυγερός, τρυγιας, τρυγώδης, τρυξώδης, υπότρυγος   Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[55]
άπυκνος, έκλεπτος, λεπτομερής, λεπτός, ψαφαρός, υδατοειδής, υδατόεις, υδατώδης, υδρώδης πυκνός, αδρομερής  υπόπυκνος, κατάπυκνος, διάπυκνος, δυσπρόπτωτος, δύσρευστος, δύσροος, δύσρυτος, κολλώδης, γλοιώδης, ιξώδης, πηκτός, παλαισταγής  Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, οπ.

 

[56]
Columella, Reirusticae, 1, 6 βλ. και Βλ. Δημ. Κισσοπούλου, Η Οινολογία των αρχαίων, Χημικά Χρονικά,  Οινοποιία, Ιανουάριος-Μάρτιος 1950, τόμος 15 α, αρ. 1-3, Ιανουάριος-Μάρτιος 1947, τόμος 13, αρ. 1-3.  Ιανουάριος-Μάρτιος 1948, τόμος 13, αρ. 1-3

 

[57]
Γαληνός, Περί Αντιδότων  14 16

 

[58]
Οι ροδιακοί αμφορείς του 3ου αιώνα, πχ., με την έντονη γωνία των λαβών τους, οι Κνιδιακοί με το δαχτυλίδι της οξυπύθμενης βάσης τους, οι Χίοι του 6ου-5ου αιώνα με τον εξογκωμένο λαιμό τους,  οι Λέσβιοι με μία πήλινη απόφυση κάτω από τις λαβές, οι Κώοι με τις διπλές τους λαβές, κ.α.

 

[59]
Μερικές  σφραγίδες είναι άμεσα ή έμμεσα  αποκαλυπτικές της προέλευσης όπως πχ. το  εθνικό ΠΑΡΙΟΝ της Πάρου  ή το κεράμιο της Μένδης και της Χίου που αναγνωρίστηκαν  έμμεσα από σφραγίδα με  το έμβλημα  των νομισμάτων  τους.   Από  το 390 πΧ. τουλάχιστον, οι αμφορείς της Θάσου σφραγίζονται με δύο ονόματα [επωνύμων και κατασκευαστή] και συνοδεύονται από ένα έμβλημα  και το εθνικό της σφράγισμα.  Από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, οι αμφορείς της Σινώπης, και λίγο αργότερα της Χερσοννήσου σφραγίζονταν με το όνομα του επωνύμου ή αστυνόμου και κατασκευαστή  και ένα  έμβλημα.  Οι ροδιακοί αμφορείς, από τα τέλη του 4ου αιώνα σφραγίζονταν με τα ονόματα ενός επωνύμου και του κατασκευαστή, το ίδιο και οι κνιδιακοί από τα τέλη του 3ου αιώνα..  Στην Ρόδο μάλιστα αποτυπώνεται και ο μήνας.  Οσον αφορά τα εμβλήματα, κεφαλή Ηλιου και ρόδο απεικονίζονται συχνά σε σφραγίδες της Ρόδου, βουκράνιο στης Κνιδου, Ηρακλής με τόξο στης Θάσου, Διόνυσος με γαϊδουράκι στης Μένδης, σφίγγα με αμφορέα στης Χίου, καρκίνος και ρόπαλο στης Κω, αμφορέας στης Σάμου κλπ.  Πολλές  σφραγίδες ωστόσο είναι ακατάληπτες, γιατί  είναι  είναι απλά μονογράμματα, λιγκατούρες  και άγνωστα ονόματα.

 

[60]
Αθήναιος 11 28

 

[61]
Βλ. Πχ. Σούδα:
TeÚcea: Ópla, skeÚh. eØrskousi ¢mforšaj, kaˆ ¥llateÚchkeramaakreînmest¦ tetariceumšnwn.

 

[62]
Ιπποκράτους Επιδημιών το πρώτον,  Ηρόδοτος  3 6.1—2, Θουκυδίδης  4 115.

 

[63]
Ηρόδοτος  8 28

 

[64]
Βλ. Ηρωνος Γεωμετρικά 23 63Perˆ mštrwn.  Βλ. και Ηρόδοτος 1,

 

[65]
Schol. Vet.  Αισχινου 2 1126

 

[66]
Βλ. πχ. Δημοσθένους, Ανδρωτ. 75,  Αριστοφάνους Πλούτος 804—815

 

[67]
στη Θάσο, τη Ρόδο, την Κνίδο, την Κω, την Χίο, τη Σκόπελο, την Αλόννησο, την Πάρο, τη Νάξο, την Τήνο, την Κρήτη, το Αίγιον, την Κέρκυρα, τις Κλαζομενές, την Χερσόννησο, κ.α